¶γουρο: Κρασί πολύ νεαρό, με υψηλή οξύτητα, δίνει την αίσθηση ενός άγουρου φρούτου. Αλκοολική ζύμωση: Η διαδικασία κατά την οποία τα σάκχαρα του σταφυλιού μετατρέπονται σε αλκοόλη και διοξείδιο του άνθρακος, με τη δράση των ενζύμων που παράγουν οι ζύμες. Εκτός από αυτή τη βασική μετατροπή, κατά τη διάρκειά της παρατηρούνται πολλές ακόμα μετατροπές. Αμερικανική δρυς: ως εναλλακτική της Γαλλικής δρυός για την κατασκευή των βαρελιών ωρίμανσης του κρασιού, εμφανίζεται ομολογουμένως διαρκώς και πιο δημοφιλής. Χαρακτηρίζεται από έντονο άρωμα βανίλιας, κέδρου και άνηθου.
Ανθοκυάνες: ερυθρές χρωστικές ουσίες που βρίσκονται στους φλοιούς των σταφυλιών. Σ’ αυτές οφείλεται το κόκκινο χρώμα του κρασιού. Βανίλιας άρωμα: σημάδι ωρίμανσης ή παλαίωσης του κρασιού σε βαρέλι. Οφείλεται στη βανιλίνη, συστατικό του ξύλου του βαρελιού, η οποία διαλύεται σταδιακά στο κρασί.
Βελούδινο: κρασί μαλακό, που χαϊδεύει ευχάριστα τον ουρανίσκο.
Γενναιόδωρο: κρασί υψηλόβαθμο, πλούσιο σε γεύση και σε άρωμα.
Γλυκιά γεύση: η μία από τις τέσσερις γεύσεις που μπορούμε να αντιληφθούμε. Οι υπόλοιπες είναι οι: ξινή, πικρή και αλμυρή. Γίγαρτα: τα κουκούτσια των σταφυλιών.
Γλεύκος: ο μούστος, ο χυμός του σταφυλιού που προκύπτει όταν η ρόγα πιέζεται στο πιεστήριο. Από το γλεύκος παράγεται με τη ζύμωση το κρασί. Cru: ο γαλλικός όρος για το αμπελοτόπι, τμήμα αμπελουργικής ζώνης ή αμπελώνα που δίνει κρασιά ποιότητας με εξαιρετικό χαρακτήρα Διάρκεια: η περιγραφή του χρόνου που το άρωμα και η γεύση παραμένουν στο στόμα μας αφού καταπιούμε το κρασί. Η μεγάλη διάρκεια είναι σημάδι ποιότητας. Διαύγεια: μια καλή ένδειξη της κατάστασης του κρασιού. Το κρασί πρέπει να είναι διαυγές και λαμπερό. Εκχύλιση: η παραλαβή ανθοκυανών, τανινών και αρωματικών στοιχείων από τους φλοιούς των σταφυλιών, που πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της αλκοολικής ζύμωσης. Επίγευση: η αίσθηση που μας απομένει στο στόμα αφού καταπιούμε το κρασί. Ισορροπημένο: κρασί με αρμονία στις επιμέρους γεύσεις. Καπνού άρωμα: το βρίσκουμε σε κρασιά που έχουν περάσει από βαρέλι. Οφείλεται στο εσωτερικό «κάψιμο» των βαρελιών, σημαντικότατη διαδικασία κατά την παρασκευή τους. Καστανές ανταύγειες: σημάδι παλαίωσης, σε κόκκινο κρασί. Λαμπερό: περιγραφή της όψης που χαρακτηρίζει ένα φρέσκο λευκό κρασί με ικανοποιητική οξύτητα. Λάσπες: το ίζημα που παραμένει στον πυθμένα της δεξαμενής ή του βαρελιού μετά από την ολοκλήρωση της αλκοολικής ζύμωσης. Λιαστά κρασιά: Το στέγνωμα των σταφυλιών στον ήλιο από τα αρχαία χρόνια ως και σήμερα χρησιμοποιείται ως πρακτική αύξησης της περιεκτικότητας του σταφυλιού σε σάκχαρα. Τα σταφύλια απλώνονται για να στεγνώσουν στη λιάστρα (το αρχαιοελληνικό ηλιαστήριο) και γι’ αυτό λέγονται λιαστά. Λουλουδιών αρώματα: τα συναντάμε στα φρέσκα κρασιά, κυρίως τα λευκά. Πιο συνηθισμένα είναι των; τριαντάφυλλου, γιασεμιού, ακακίας, λεμονανθών, βιολέτας. Μαλακό: ερυθρό κρασί που δεν έχει ενοχλητική όξινη και στυφή γεύση.
Μηλογαλακτική ζύμωση: μία δεύτερη ζύμωση, κατά τη διάρκεια της οποίας το μηλικό οξύ μετατρέπεται σε γαλακτικό. Αλλαγή που μαλακώνει το κρασί, μειώνει δηλαδή τον άγουρο χαρακτήρα του και βοηθά στην ωρίμανσή του. Μπλε ανταύγειες: σημάδι νεότητας, σ’ ένα ερυθρό κρασί.
Μπουκέτο ή άρωμα παλαίωσης: χρησιμοποιείται για ένα κρασί που έχει ωριμάσει και αποκτήσει αρωματική πολυπλοκότητα.
Μύτη: ένας γενικός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα αρώματα του κρασιού.
Νεαρό: κρασί που δεν έχει φτάσει ακόμη στην ωριμότητα, στο απόγειο των χαρακτήρων που μπορεί να μας προσφέρει.
Οξύτητα: η ξινή γεύση του κρασιού, η οποία συντελεί στην φρεσκάδα αλλά και στη... μακροβιότητά του.
Όψιμος τρύγος: γραμμένο πάνω σε ετικέτα κρασιού, δείχνει ότι το κρασί φτιάχτηκε από σταφύλια που συγκεντρώθηκαν πιο αργά απ’ ότι συνήθως, με αποτέλεσμα την υψηλότερη περιεκτικότητα σε σάκχαρα άρα και σε αλκοόλη.
Πλούσιο: κρασί που διαθέτει πληθωρική γεύση και μας γεμίζει το στόμα.
Πράσινες ανταύγειες: αν τις δείτε σε λευκό κρασί σημαίνει ότι είναι νεαρότατο.
Πράσινος τρύγος: η απομάκρυνση άγουρων σταφυλιών ούτως ώστε να μειωθεί η παραγωγή άρα να βελτιωθεί η συγκέντρωση στα εναπομείναντα.
Πρώιμο ή κρασί πρώιμης κατανάλωσης (primeur): κρασί που καταναλώνεται πολύ σύντομα, λίγους μήνες, μετά από την οινοποίησή του, π.χ. Beaujolais Nouveau.
Ρωμαλέο: κρασί με σώμα, με καλοσχηματισμένους και δεμένους μεταξύ τους χαρακτήρες.
Σταθεροποίηση: διαύγαση του κρασιού που πετυχαίνεται με την αποθήκευσή του στους 0°C. Τα τρυγικά άλατα μετατρέπονται σε στερεά μορφή και καθιζάνουν.
Στρογγυλό: κρασί με σώμα και ισορροπημένη γεύση. Καμιά γεύση δεν ξεχωρίζει από την άλλη. Καμιά δεν υστερεί και καμιά δεν υπερέχει.
Σώμα: ο όρος περιγράφει το πως συμπεριφέρεται το κρασί στο στόμα μας. Ένα κρασί με σώμα είναι πλούσιο σε συστατικά και αφήνει το στόμα μας γεμάτο από γευστικές εντυπώσεις.
Τανίνες: ουσίες που περιέχονται στον φλοιό και τα κουκούτσια των σταφυλιών. Είναι υπεύθυνες για τη στυφή γεύση των κρασιών αλλά και για τον πλούτο τους. Με την πάροδο του χρόνου και την παλαίωση, μαλακώνουν και χάνουν την επιθετική τους στυφάδα.
Terroir: ο γαλλικός όρος που περιγράφει το σύνολο των ποιοτικών παραμέτρων ενός αμπελώνα: έδαφος, υπέδαφος, προσανατολισμός, μικροκλίμα, ποικιλίες σταφυλιού, καλλιεργητικές τεχνικές. Φρουτώδης χαρακτήρας: που αρχικά υποδηλώνει νεότητα. Πολλές φορές χρησιμοποιείται για την περιγραφή των αρωμάτων συγκεκριμένων σταφυλιών. |
Glossary
