Πελοπόννησος
Η Πελοπόννησος είναι η μεγαλύτερη οινοπαραγωγός περιοχή της Ελλάδας. Από 220.000 στρέμματα αμπελώνων, κάθε χρόνο παράγονται γύρω στα 1.500.000 εκατόλιτρα κρασιών. Λευκά, ροζέ, ερυθρά, αφρώδη, γλυκά… η γκάμα τους είναι πολύ μεγάλη.
Ξακουστές Ονομασίες Προέλευσης: Νεμέα, Μαντινεία, Πάτρα, Μοσχάτο Πατρών, Μαυροδάφνη Πατρών, Μοσχάτο Ρίου Πατρών και Τοπικοί Οίνοι: Πελοποννησιακός, Κορίνθου, Αχαϊκός, Κλημέντι, Αρκαδίας, Ηλείας, Ιλίου, Τεγέας, Λακωνίας, Μονεμβασίας, Μεσσηνίας, Πυλίας, Τριφυλίας, Λετρίνων, Πισσάτιδος, Πλαγιών Αιγιαλείας, Πλαγιών Πετρωτού.
Νεμέα
Ο αμπελώνας της Νεμέας αναπτύσσεται στον κάμπο μέχρι και τους πρόποδες του Κυλληνίου Όρους, σε έκταση 22.000 στρεμμάτων. Τα αμπέλια αρχίζουν στα 200 και φτάνουν στα 850 μέτρα, με μοναδική ποικιλία σταφυλιού το Αγιωργίτικο. Βαθύ μπλε, με σφαιρικές ρόγες και παχύ φλοιό, το πανέμορφο, χαρισματικό σταφύλι με τη βελούδινη επιδερμίδα είναι περιζήτητο. Ευδοκιμεί όμως και διαπρέπει εδώ όπου οι δροσεροί βοριάδες και οι χαμηλές θερμοκρασίες, που συνήθως επικρατούν, βοηθούν στην ομαλή ωρίμανσή του. Από το 1971 το ερυθρό, ξηρό κρασί Νεμέα, ένα από τα πιο κλασικά ερυθρά της χώρας μας, ανήκει στην κατηγορία των Ο.Π.Α.Π.
Καθώς όμως η Νεμέα είναι η μεγαλύτερη ζώνη Ο.Π.Α.Π. της Ελλάδας, είναι προφανές πως εμφανίζει και εξαιρετική ανομοιογένεια. Διαφορετικά υψόμετρα, εδάφη, μικροκλίματα συνθέτουν ένα παζλ πολυπλοκότητας που αυτόματα μεταφράζεται σε πληθώρα από τύπους κρασιού.
Μαντινεία
Οι αμπελώνες της αμπελουργικής ζώνης της Μαντινείας βρίσκονται βορειοανατολικά της Τρίπολης. Το υψόμετρο ξεπερνά τα 650 μέτρα και το έδαφος είναι εν γένει φτωχό, καλά σταγγιζόμενο. Όσο για το κλίμα, χαρακτηρίζεται από πολλές βροχές και χιόνια τον χειμώνα, συχνές μπόρες και καταιγίδες το καλοκαίρι και θερμοκρασίες χαμηλές, συγκριτικά με τις περισσότερες άλλες περιοχές της ηπειρωτικής χώρας. Αυτά τα στοιχεία του οικοσυστήματος συντελούν στην επιμήκυνση της περιόδου ωρίμανσης των σταφυλιών. Έτσι τ’ αμπέλια στη Μαντινεία ωριμάζουν συνήθως στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου, αρκετά αργά για μια νότια ελληνική περιοχή. Τα σταφύλια που καλλιεργούνται είναι δύο λευκά: το Μοσχοφίλερο και η Ασπρούδα. Η ντίβα του αμπελώνα είναι βεβαίως το πρώτο που κυριαρχεί και στις καλλιέργειες. Το Μοσχοφίλερο το βρίσκουμε αποκλειστικά εδώ, αν κι ένας λιγότερο αρωματικός κλώνος, το Φιλέρι, καλλιεργείται στη νότια Πελοπόννησο, στη Λακωνία. Είναι σταφύλι με ελαφρώς κοκκινωπή φλούδα, όμως το κρασί που παράγουν στη Μαντινεία από την οινοποίησή του, είναι λευκό. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του Μοσχοφίλερου είναι το έντονο, εύκολα αναγνωρίσιμο άρωμά του. Με μοσχατίζουσες νότες θυμίζει στην πιο καθαρή έκφρασή του τριαντάφυλλο, ενώ στα πιο πολύπλοκα κρασιά μπορεί να πλαισιωθεί από αρώματα μέντας και λεμονιού. Τέλος πρέπει να έχουμε υπόψη μας πως το Μοσχοφίλερο ακόμα και στην πλήρη ωρίμανσή του, εμφανίζεται με ευχάριστη οξύτητα.
Όλα τα παραπάνω εκφράζουν τον χαρακτήρα των λευκών ξηρών κρασιών της Μαντινείας. Λαμπερά, αρωματικά, φίνα, κομψά και ζωηρά, φέρουν την ένδειξη Ο.Π.Α.Π. Ο χαρακτήρας του Μοσχοφίλερου έχει οδηγήσει τους οινοπαραγωγούς της ζώνης στην παραγωγή και αξιόλογων αφρωδών κρασιών.
Αχαΐα
Με αμπελώνες που ξεπερνούν τις 67.000 στρέμματα, μας προτείνει 4 κρασιά Ονομασίας Προέλευσης. Το μοναδικό ξηρό είναι το λευκό φρουτώδες Ο.Π.Α.Π. Πάτρα που φτιάχνεται από Ροδίτη. Κι όταν τα σταφύλια προέρχονται από ορεινούς και με ελεγχόμενη παραγωγή αμπελώνες, τότε το κρασί ξαφνιάζει με την ιδιαίτερα έντονη μύτη και την πληθωρική του γεύση.
Τα υπόλοιπα τρία κρασιά Ονομασίας Προέλευσης της Αχαΐας είναι γλυκά και Ο.Π.Ε.: Μοσχάτο Πατρών, Μοσχάτο Ρίου Πατρών και η παγκοσμίως γνωστή Μαυροδάφνη Πατρών. Τα δύο πρώτα παράγονται από το λευκό Μοσχάτο, γνωστό στην παγκόσμια αμπελογραφία ως Muscat blanc a petits grains. Το τρίτο, από το σταφύλι Μαυροδάφνη και Μαύρη Κορινθιακή.
Λίγο πιο έξω από το Αίγιο, βρίσκεται η Αιγιάλεια, μια περιοχή που είναι ολόκληρη ένα εξαιρετικό φυσικό τοπίο με εκπληκτική θέα στη θάλασσα. Μια ζώνη, της οποίας οι αρετές αναφέρονται από τον Παυσανία ακόμη, στα Αχαϊκά του. Εκτός των άλλων όμως, η Αιγιαλεία, στις πλαγιές του Παναχαϊκού όρους και του Χελμού, είναι ένας χαρισματικός και πολυσχιδής αμπελότοπος. Στους βορινούς λόφους που απολαμβάνουν δροσερά ρεύματα αέρα, και σε αμπέλια με χαμηλότερες στρεμματικές αποδόσεις από την υπόλοιπη Αχαΐα, παράγονται οι Τοπικοί Οίνοι Αιγιαλείας. Λευκοί με ιδιαίτερο στυλ και πλούσιοι ερυθροί με χαρακτήρα που εξελίσσεται όμορφα μέσα στο χρόνο. Στην ποικιλιακή τους σύνθεση συμμετέχουν οι ποικιλίες: Ροδίτης, Chardonnay, Λαγόρθι, Cabernet Sauvignon, Merlot.
Ηλεία
Σε αμπελώνες γύρω από τον Πύργο παράγονται οι Τοπικοί Οίνοι Λετρίνων, από το Refosco - ερυθρό σταφύλι βορειοϊταλικής προέλευσης, ρωμαλέο, ανθεκτικό στις ασθένειες, με νεύρο και πλούσιο σε τανίνες- και τη Μαυροδάφνη που με το βελούδινο άγγιγμά της ολοκληρώνει την προσωπικότητα του κρασιού. Οι ενδείξεις Τοπικός Οίνος Πισσάτιδος και Ηλείας αφορούν στα λευκά, ροζέ και ερυθρά κρασιά από τις παραπάνω ποικιλίες καθώς επίσης από Ροδίτη, Φιλέρι, Chardonnay, Sauvignon Blanc, Viognier, Grenache Rouge.
Μεσσηνία
Το σχετικά χαμηλό υψόμετρο, το εύφορο έδαφος, το γλυκό κλίμα, η μεγάλη ηλιοφάνεια και οι ξηροθερμικές συνθήκες που επικρατούν κατά την περίοδο της ωρίμανσης των σταφυλιών, έχουν καθορίσει και την ποικιλιακή σύνθεση του αμπελώνα της Μεσσηνίας. Από τις ελληνικές ποικιλίες φυτεύτηκαν ο Ροδίτης, το Φιλέρι, το Ασύρτικο, το Φωκιανό και η Μαντηλαριά. Κυρίως όμως οι αμπελουργοί στράφηκαν στα ξενικά σταφύλια. Chardonnay, Ugni blanc, Cabernet Sauvignon, Cabernet Franc, Grenache rouge, Merlot, Carignan καλύπτουν το μεγαλύτερο τμήμα των αμπελώνων. Και τα κρασιά που παράγονται, κυκλοφορούν με ένδειξη Τοπικών Οίνων Μεσσηνίας, Πυλίας, Τριφυλίας.
Λακωνία
Οι αμπελώνες της Μονεμβασιάς και γενικά της Λακωνίας – έκτασης περίπου 7.000 στρεμμάτων - βασίζονται σε ελληνικές ποικιλίες. Από τη λευκή Κυδωνίτσα, που καλλιεργείται αποκλειστικά εδώ, σε συνδυασμό με τις επίσης τοπικές Μονεμβασιά, Πετρουλιανό, Θράψα και το εκλεκτό Ασύρτικο παράγονται οι λευκοί Τοπικοί οίνοι Λακωνίας και Μονεμβασίας. Αντίστοιχα, στην ποικιλιακή σύνθεση των πλούσιων σε αρώματα και γεύση ερυθρών Τοπικών Οίνων υπεισέρχεται το Μαυρούδι (μια παλιά ερυθρή ποικιλία που εικάζεται πως συμμετείχε στην παραγωγή της Malvasia) και το Αγιωργίτικο.
Θεσσαλία
Στη Θεσσαλία το αμπέλι δίνει ποιοτικά κρασιά όταν καλλιεργείται κοντά στη θάλασσα ή στις ορεινές πλαγιές. Οι περιοχές παραγωγής κρασιών Ο.Π.Α.Π. είναι 3 (Ραψάνη, Αγχίαλος, Μαύρο Μεσενικόλα) και των Τοπικών Οίνων είναι 5 (Θεσσαλικός, Κρανιάς, Κραννώνος, Μετεώρων και Τιρνάβου).
Ραψάνη
Ακριβώς πριν από την κοιλάδα των Τεμπών και δίπλα στον ορεινό όγκο της Όσσας βρίσκονται οι αμπελώνες της Ραψάνης, σκαρφαλωμένοι στις βουνοκορφές του προφήτη Ηλία. Τα περισσότερα αμπέλια έχουν ανατολική και νοτιανατολική έκθεση στον ήλιο, σε υψόμετρο που ξεκινά από τα 100 και φτάνει στα 700 μέτρα. Ο συνδυασμός του Ολύμπου με το Αιγαίο πέλαγος δημιουργεί ένα μοναδικό μικροκλίμα που επιτρέπει την καλή ωρίμανση των σταφυλιών. Οι ποικιλίες που καλλιεργούνται είναι τρεις: το Ξινόμαυρο, το Κρασάτο και το Σταυρωτό, όλες τους ερυθρές. Από τη συνοινοποίησή τους παράγεται ο Ο.Π.Α.Π. Ραψάνη, πλούσιος ερυθρός με χαρακτηριστικό μπουκέτο.
Αγχίαλος
Στις ακτές του εντυπωσιακού Παγασητικού κόλπου, νότια του λιμανιού του Βόλου είναι εγκατεστημένοι οι αμπελώνες της Αγχιάλου. Στα 100 - 200 μόλις μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας ο Ροδίτης δίνει το λεπτό λευκό Ο.Π.Α.Π. Αγχίαλος, κρασί ιδιαίτερα ευχάριστο όταν πίνεται φρέσκο.
Μεσενικόλα
Μια ακόμη αμπελουργική περιοχή απλώνεται στις πεδινές εκτάσεις γύρω από την πόλη της Καρδίτσας και στα χωριά των Αγράφων, σε υψόμετρο 250–600 μέτρων. Εδώ παράγεται το ερυθρό Ο.Π.Α.Π. Μαύρο Μεσενικόλα από τον συνδυασμό του ομώνυμου ντόπιου σταφυλιού με Carignan και Syrah. Είναι η πιο πρόσφατη ελληνική Ονομασία Προέλευσης.
Κρανιά
Στις ανατολικές πλαγιές του Ολύμπου, στον παραδοσιακό οικισμό της Κρανιάς, το υπέδαφος είναι εξαιρετικό και το μικροκλίμα υπέροχο. Οι βροχοπτώσεις, αραιές. Το καλοκαίρι, αρκετά δροσερό, με θαλασσινές πρωινές αύρες από το Αιγαίο και βουνίσιους απογευματινούς αέρηδες. Όλα τα παραπάνω ευνοούν την καλλιέργεια του αμπελιού και οδήγησαν στη φύτευση των εκλεκτών γαλλικών ποικιλιών Chardonnay, Cabernet Sauvignon και Merlot. Από αυτές παράγονται ο λευκός και ερυθρός Τοπικός Οίνος Κρανιάς.
Τύρναβος
Η μεγαλύτερη συγκέντρωση όμως του Θεσσαλικού αμπελώνα βρίσκεται στον Τύρναβο. Στις πεδινές αυτές εκτάσεις με βορειοανατολική έκθεση καλλιεργούνται το Σαββατιανό, ο Ροδίτης, το Μπατίκι και το Μοσχάτο Αμβούργου για την παραγωγή του Θεσσαλικού Τοπικού Οίνου και του Τοπικού Οίνου Τυρνάβου.
Ήπειρος
Στην Ήπειρο θα απολαύσουμε τη φρεσκάδα και την αρωματική φινέτσα των λευκών και τη βουνίσια στιβαρότητα των ερυθρών.
Κρασιά με Ονομασία Προέλευσης Ζίτσα, Τοπικούς Οίνους Ηπείρου, Ιωαννίνων και Μετσόβου.
Ζίτσα
Ο λόρδος Βύρωνας και ο συνταξιδιώτης του John Hobhouse, πριν από δύο περίπου αιώνες, πέρασαν ένα διήμερο στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στη Ζίτσα. Το φυσικό περιβάλλον μάγεψε τόσο πολύ τον ιδιόρρυθμο ποιητή, ώστε έγραψε ένα μακροσκελές ποίημα όπου αναφέρει και τους αμπελώνες της Ζίτσας. Ορεινούς, απλωμένους σε πλαγιές, να χαίρονται τη θέα του Ιονίου πελάγους. Ένα αντίστοιχο θέαμα αντικρίζουμε κι εμείς. Εδώ, το υψόμετρο, φτάνει τα 650 με 700 μέτρα. Άρα και οι ποικιλίες που καλλιεργούνται πρέπει να είναι ανθεκτικές στα κρύα και τους ψυχρούς βοριάδες. Φαίνεται πως η λευκή Ντεμπίνα ανταποκρίνεται επάξια στις προσδοκίες των αμπελουργών. Γι’ αυτό και καλύπτει το 95% περίπου του αμπελώνα. Από αυτή παράγεται ο Ο.Π.Α.Π Ζίτσα. Κι ας μη ξεχνάμε πως η Ζίτσα είναι μία από τις μόλις τρεις περιοχές στην Ελλάδα (οι άλλες δύο είναι το Αμύνταιο και η Ρόδος) που έχουν παράδοση στην παραγωγή αφρωδών κρασιών.
Μέτσοβο
Στο Μέτσοβο, στους πιο ορεινούς αμπελώνες που έχει η χώρα μας, σε υψόμετρο που φτάνει τα 950 με 1.000 μέτρα, δοκιμάστηκε, πρώτη φορά σε ελληνικό έδαφος, η καλλιέργεια του Cabernet Sauvignon, που πλέον συναντούμε σε κάθε αμπελουργική ζώνη της χώρας. Δίπλα του φυτεύτηκαν Cabernet Franc, Merlot, Traminer, Chardonnay, Βλάχικο. Από τα ερυθρά παράγεται ο Τοπικός Οίνος Μετσόβου.
Στη Μακεδονία, η αρχή της αμπελοκαλλιέργειας χάνεται στο παρελθόν και τα ευρήματα των αρχαιολόγων (κύπελλα, κρατήρες, αμφορείς, οινοχόες) επιβεβαιώνουν τις ρήσεις των αρχαίων κειμένων. Ο αμπελώνας της Μακεδονίας που απλώνεται στις πλαγιές των βουνών της και στις ηλιόλουστες ακτές συνεχίζει να παράγει ονομαστά κρασιά. Μετρούμε 4 ενδείξεις κρασιών Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητος (Ο.Π.Α.Π.): Νάουσα, Γουμένισσα, Αμύνταιο, Πλαγιές του Μελίτωνα και 20 Τοπικών Οίνων: Μακεδονικός, Παγγαίου, Δράμας, Αγοράς, Αδριανής, Σερρών, Χαλκιδικής, Σιθωνίας, Αγιορείτικος, Θεσσαλονίκης, Επανομής, Πλαγιών Βερτίσκου, Μεσήμβριας, Πέλλας, Φλώρινας, Καστοριάς, Ημαθίας, Βελβεντού, Γρεβενών και Σιάτιστας.
Παγγαίο Όρος
Σειρά μύθων και παραδόσεων συνδέει το Παγγαίο Όρος με τον Διόνυσο και τη σκοτεινή ορφική διδασκαλία. Εδώ σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία ανατράφηκε ο θεός του κρασιού. Εδώ κατασπαράχτηκε κι ο άτυχος Ορφέας από τις Μαινάδες. Εδώ διαδραματίστηκε και ο τραγικός μύθος του Λυκούργου, του βασιλιά των Ηδώνων (μιας από τις θρακικές φυλές που ζούσαν στην περιοχή), ο οποίος τιμωρήθηκε επειδή απερίσκεπτα κι αλαζονικά, εναντιώθηκε στη λατρεία του Διονύσου. Όλα αυτά βεβαίως, δεν μπορεί να είναι τυχαία. Έχουν να κάνουν με την εκτεταμένη λατρεία του θεού του κρασιού και φυσικά με την αμπελοκαλλιέργεια και την οινοπαραγωγή στην περιοχή, η οποία από τους παλιούς κατοίκους των χωριών της, αναφέρεται ως «αμπελότοπος». Όλα αυτά όμως μέχρι το 1920, τότε που οι περισσότερες παραδοσιακές καλλιέργειες αντικαταστάθηκαν από την καπνοκαλλιέργεια.
Φτάνοντας στη δεκαετία του ‘90, η έκταση των αμπελώνων της περιοχής της Καβάλας με οινοποιήσιμες ποικιλίες αυξήθηκε σημαντικά. Ιδίως στις νοτιοανατολικές παρυφές του Παγγαίου, όπου τα φυτά δέχονται τη δροσερή αύρα του Στρυμονικού κόλπου ενώ το βουνό τα προφυλάσσει από τους ψυχρούς βοριάδες. Τα εδάφη είναι πετρώδη, άγονα και καλά στραγγιζόμενα. Ευνοϊκές δηλαδή οι συνθήκες για την καλλιέργεια του αμπελιού. Αυτά λαμβάνοντας υπόψη τους οι οινοποιοί της περιοχής φύτεψαν κοσμοπολίτικα σταφύλια και κάποιες ελληνικές ποικιλίες: Sauvignon Blanc, Chardonnay, Sémillon, Ugni Blanc, Cabernet Sauvignon, Merlot, Syrah και Ροδίτη, Ασύρτικο, Λημνιό. Τα κρασιά που παράγονται κυκλοφορούν ως Παγγαιορείτικοι Τοπικοί Οίνοι.
Δράμα
Σήμερα, η Δράμα είναι μία από τις περιοχές της Βόρειας Ελλάδας που εμφανίζουν έντονη αμπελοοινική δραστηριότητα. Ωραιότατα επισκέψιμα οινοποιεία, εξαιρετικά κρασιά και οινοπαραγωγοί προσηλωμένοι στην ποιότητα. Οι αμπελώνες βρίσκονται στην κοιλάδα και τους χαμηλούς λόφους στ’ ανατολικά της πόλης. Φυτεμένοι με λευκές και ερυθρές ποικιλίες, ως επί το πλείστον γαλλικές, που ταιριάζουν περισσότερο στα αργιλώδη εδάφη και στο ηπειρωτικό κλίμα της περιοχής: Ροδίτης, Ασύρτικο, Sauvignon Blanc, Sémillon, UgniBlanc, Cabernet Sauvignon, Cabernet Franc, Merlot, Syrah και Λημνιό. Τα κρασιά που παράγονται κυκλοφορούν ως Τοπικοί Οίνοι Δράμας, Αδριανής και Αγοράς. Λευκά με έντονη την αίσθηση του φρούτου στο άρωμα και τη γεύση, πλούσια τριανταφυλλένια ροζέ και ερυθρά με μεγάλη επιδεκτικότητα στην παλαίωση.
Χαλκιδική
Στη Χαλκιδική της αρχαιότητας παράγονταν φημισμένα κρασιά. Μαρτυρίες που χρονολογούνται από τον 5ο αι. π.Χ. αναφέρουν τον λευκό αυστηρό (ξηρό) και τον μαλθακό (ημίγλυκο) οίνο της Μένδης (πόλης στα νοτιοδυτικά της χερσονήσου της Κασσάνδρας). Φημισμένες για τα κρασιά τους ήταν επίσης η Ακανθος (η σημερινή Ιερισσός) και η Άφυτις (η σημερινή Αφυτος), ενώ στα Στάγειρα, τη γενέτειρά του, ο Αριστοτέλης φύτεψε τον πρώτο πρότυπο αμπελώνα. Σήμερα το αμπέλι καλλιεργείται στην κεντρική Χαλκιδική, στη Σιθωνία και το Άγιο Όρος. Στις ηλιόλουστες πλαγιές του όρους Μελίτωνα, το ξηροθερμικό κλίμα και η ευεργετική υγρασία του Αιγαίου πελάγους ευνοεί την παραγωγή εκλεκτών κρασιών. Έτσι από το Λημνιό, μια παλιά ελληνική ποικιλία και τις γαλλικές Cabernet Sauvignon και Cabernet Franc, γεννιέται ο ερυθρός, Ο.Π.Α.Π. Πλαγιές του Μελίτωνα. Με την ίδια Ονομασία Προέλευσης παράγεται και ένα λευκό κρασί, από τον πετυχημένο γάμο των λευκών σταφυλιών Ασύρτικο, Ροδίτη και Αθήρι.
Σε όλα σχεδόν τα Αγιορείτικα μοναστήρια υπάρχει μακρόχρονη παράδοση στην τέχνη της αμπελουργίας και της παραγωγής κρασιού. Σήμερα, σε αρκετά, ζούμε την αναβίωσή της. Στα αμπέλια τους καλλιεργείται μια μεγάλη γκάμα σταφυλιών: τα λευκά Ροδίτης, Αθήρι, Ασύρτικο, Sauvignon Blanc και τα ερυθρά Λημνιό, Ξινόμαυρο, Cabernet Sauvignon και Grenache Rouge. Σ' αυτή την ευλογημένη λωρίδα γης με το ήπιο κλίμα, την επαρκέστατη ηλιοφάνεια, τη βουνίσια δροσιά και τη θαλάσσια αύρα παράγονται οι Αγιορείτικοι Τοπικοί Οίνοι.
Στην Κεντρική Χαλκιδική οι αμπελώνες εκτείνονται σε χαμηλούς λόφους. Γειτονεύουν με τη θάλασσα που εξισορροπεί με την αύρα της τις ακραίες καλοκαιρινές θερμοκρασίες. Οι ποικιλίες που καλλιεργούνται είναι πολλές, λευκές και ερυθρές. Από την οινοποίηση σταφυλιών των Ροδίτη και Sauvignon Blanc παράγεται ο λαμπερός, φρουτώδης και ζωντανός λευκός Τοπικός Οίνος Χαλκιδικής και αντίστοιχα από τις Ξινόμαυρο, Grenache Rouge και Cabernet Sauvignon ο βαθύχρωμος και μαλακός ερυθρός Τοπικός Οίνος Χαλκιδικής.
Θεσσαλονίκη
Από τα παράλια του Θερμαϊκού έως ψηλά στα ορεινά, στον νομό Θεσσαλονίκης παράγονται ονομαστά κρασιά. Στα παράλια του Θερμαϊκού, στον αμπελώνα της Επανομής, καλλιεργούνται οι λευκές ποικιλίες Ασύρτικο, Μαλαγουζιά, Sauvignon Blanc, Chardonnay, Viognier και οι ερυθρές Syrah, Merlot, Grenache Rouge, Λημνιό, Μαυρούδι, Μαυροτράγανο. Εδώ δέχονται την ευεργετική επίδραση της θαλάσσιας δροσιάς που αποτρέπει την απότομη ωρίμανση των σταφυλιών. Σε σύνολο, έχουμε ένα ιδανικό οικοσύστημα για την καλλιέργεια του αμπελιού. Τα κρασιά που παράγονται, ένα αρωματικό λευκό κρασί και ένα βαθύχρωμο πλούσιο ερυθρό, είναι Τοπικοί Οίνοι Επανομής. Στα ορεινά του νομού, τα αμπέλια απλώνονται στις πλαγιές του Βερτίσκου. Το Ξινόμαυρο, το Cabernet Sauvignon, το Merlot και το Syrah καλλιεργoύνται δίπλα στις λευκές ποικιλίες Αθήρι, Ασύρτικο, Μαλβαζία, Chardonnay και Sauvignon Blanc για την παραγωγή των Τοπικών Οίνων Πλαγιών του Βερτίσκου. Στη Νέα Μεσημβρία, οι περισσότεροι κάτοικοι έφεραν την εμπειρία της αμπελοκαλλιέργειας από την Ανατολική Ρωμυλία, όταν μετανάστευσαν στη νέα τους πατρίδα. Σήμερα στους αμπελώνες τους καλλιεργείται ο Ροδίτης. Συνοινοποιείται με το επίσης λευκό Ζουμιάτικο για την παραγωγή του λευκού Τοπικού Οίνου Μεσημβρίας.
Τέλος, από τις ποικιλίες που καλλιεργούνται σε ολόκληρο τον νομό παράγονται οι Τοπικοί οίνοι Θεσσαλονίκης.
Πέλλα
Οι αμπελώνες της Γουμένισσας, μιας από τις ομορφότερες ελληνικές περιοχές για αμπελοκαλλιέργεια, απλώνονται στις ανατολικές πλαγιές του όρους Πάικο και σε λόφους με απαλές κλίσεις στα νότια της πόλης, σε υψόμετρο 150-250 μέτρων. Το κλίμα είναι ηπειρωτικό με ψυχρούς χειμώνες και ξηρά καλοκαίρια. Ο βαρδάρης φυσά όλες τις εποχές του χρόνου ξορκίζοντας τις ασθένειες και η υγρασία από τη γειτονική κοιλάδα του Αξιού μετριάζει τους θερινούς καύσωνες. Στην περιοχή καλλιεργείται το Ξινόμαυρο μαζί με τη Νεγκόσκα, ένα ντόπιο ερυθρό σταφύλι. Τα αμπέλια έχουν φυτευτεί και με τις δύο ποικιλίες, σε αναλογία 3:1 περίπου κι από τη συνοινοποίησή τους παράγεται το μαλακό και φινετσάτο, ερυθρό κρασί με την ένδειξη Ο.Π.Α.Π.
Γουμένισσα
Στα υψώματα των Γιαννιτσών, στην καρδιά της Πελλαίας χώρας, το αμπέλι καλλιεργείται από τους αρχαίους χρόνους. Οι μελετητές θεωρούν ότι εδώ, στην αμπελόεσσα και οινομήτορα Πέλλα εμπνεύστηκε ο Ευριπίδης τις Βάκχες του. Τα εδάφη είναι αργιλασβεστώδη με πλούσια οργανική ύλη. Οι ευεργετικοί άνεμοι εναλλάσσονται, βοριάδες με νοτιάδες. Σ’ αυτό το οικοσύστημα οι γηγενείς ποικιλίες Ροδίτης, Ξινόμαυρο όπως και οι διεθνείς Chardonnay, Sauvignon Blanc, Ugni Blanc, Merlot, Cinsault καλλιεργούνται για την παραγωγή των Τοπικών Οίνων Πέλλας.
Νάουσα
Το κρασί Ο.Π.Α.Π. Νάουσα φτιάχνεται αποκλειστικά από το Ξινόμαυρο. Και το Ξινόμαυρο στη Νάουσα φτάνει εύκολα στην τέλεια ωρίμανση. Εμφανίζεται με αξιόλογο δυναμικό σε αρώματα ζύμωσης και παλαίωσης αλλά επίσης και με ισορροπία στις περιεκτικότητες σακχάρων - οξέων - τανινών. Είναι το οικοσύστημα που το ευνοεί. Οι αμπελώνες έχουν προνομιούχα θέση. Είναι εγκατεστημένοι στις νοτιοανατολικές πλαγιές του Βερμίου κι έτσι προφυλάσσονται από τους ψυχρούς βόρειους ανέμους ενώ συγχρόνως επωφελούνται από τις ακτίνες του μεσημεριανού ήλιου. Δεν πρέπει φυσικά να υποτιμήσουμε τις φροντίδες και την αγάπη των Ναουσσαίων αμπελουργών για το σταφύλι και το κρασί τους. Και μετά τη σκυτάλη παίρνουν οι οινοποιοί. Φτιάχνουν ένα κρασί με πλούσιο χαρακτηριστικό άρωμα φρούτων που - κατά τον ένα (υποχρεωτικό από τη νομοθεσία) χρόνο παλαίωσης σε δρύινα βαρέλια - εξελίσσεται σε μπουκέτο μπαχαρικών με νότες ντομάτας. Τότε μαλακώνουν και οι τανίνες που χαρίζουν στο κρασί καλή δομή και πλούτο. Από τον Ροδίτη, το Πρεκνιάρικο, το Ξινόμαυρο και τις άλλες ερυθρές ποικιλίες που καλλιεργούνται στον νομό, κυρίως Merlot και Syrah, παράγονται οι Τοπικοί Οίνοι Ημαθίας.
Αμύνταιο
Στη ζώνη του Αμυνταίου, γύρω από τη λίμνη Βεγορίτιδα, στον πιο ηπειρωτικό ελληνικό αμπελώνα καλλιεργείται και πάλι το Ξινόμαυρο, η πασίγνωστη ερυθρή ποικιλία της βόρειας Ελλάδας. Σ’ αυτό το υψόμετρο, στα 600 με 750 μέτρα, βρισκόμαστε σε μια ιδανική περιοχή για την παραγωγή εξαίρετων ερυθρών, ροζέ και αφρωδών κρασιών με ένδειξη Ο.Π.Α.Π. Εδώ παράγεται το μοναδικό ελληνικό ροζέ Ονομασίας Προέλευσης, που ξεχωρίζει αμέσως από τον αρωματικό του χαρακτήρα. Οι εδαφοκλιματολογικές συνθήκες όμως της περιοχής είναι ιδανικές και για την καλλιέργεια λευκών ποικιλιών. Από τις: Ροδίτης, Chardonnay, Sauvignon Blanc, Gewurztraminer γεννιούνται οι λευκοί Τοπικοί Οίνοι Φλώρινας.
Κοζάνη
Το κλίμα στην περιοχή του Βελβεντού είναι ηπειρωτικό, επηρεάζεται όμως σημαντικά από τη γειτνίαση με τη λίμνη και συγκεκριμένα από τη σταθερή παρουσία ανέμων, οι οποίοι τους καλοκαιρινούς μήνες αποτελούν πηγή δροσιάς για το αμπέλι. Η παρουσία των ανέμων συμβάλλει επίσης στη μειωμένη εμφάνιση ασθενειών με αποτέλεσμα να εφαρμόζονται με απόλυτη επιτυχία οι αρχές της βιολογικής καλλιέργειας. Εδώ, από τα σταφύλια: Ροδίτης, Chardonnay, Trebbiano, Μπατίκι, Ξινόμαυρο, Μοσχόμαυρο, Merlot, Cabernet Sauvignon Τοπικοί Οίνοι Βελβεντού. Στη Σιάτιστα, η αμπελοκαλλιέργεια ήταν παρούσα από τον 15ο αιώνα. Τον 19ο μάλιστα, το εμπόριο των κρασιών της Σιάτιστας εμφάνισε μεγάλη εξαγωγική επιτυχία. Σήμερα διατηρούνται γύρω στα 1.000 στρέμματα φυτεμένα με Ξινόμαυρο και με το ντόπιο Μοσχόμαυρο. Απ’ αυτά τα σταφύλια, με λιάσιμο στον ήλιο ή στέγνωμα σε εσωτερικούς χώρους, φτιάχνεται το ονομαστό λιαστό κρασί της Σιάτιστας.
Θράκη
Το ταξίδι μας ξεκινά από τον βορρά, από τη Θράκη όπου θα επισκεφτούμε τη Μαρώνεια και τα Άβδηρα. Στόχος μας, η γνωριμία με τα κρασιά τους, Τοπικούς Οίνους Ισμαρικούς, Αβδήρων και Θράκης.
Μαρώνεια
Μια εκ βαθέων ιστορική αναδρομή στο κρασί της Μαρώνειας, μας πηγαίνει πολύ πίσω στον χρόνο. Στην ύστερη εποχή του χαλκού, τότε που κατέφτασαν και ρίζωσαν στην παραλία του Ισμάρου οι Κίκονες, ο πιο πολιτισμένος απ’ όλους τους Θρακιώτικους λαούς, που με αρχηγό τον Εύφημο, έτρεξαν σε βοήθεια του Πριάμου, στον Τρωικό πόλεμο. Γι’ αυτό, όπως μας λέει ο Όμηρος, όταν έφτασε στη χώρα τους ο Οδυσσέας, για να τους εκδικηθεί, κυρίευσε την πόλη τους. Και μετά πήρε τον δρόμο για την πατρίδα του, έχοντας μαζί του το κρασί που του πρόσφερε ο Μάρωνας, ο ιερέας του Απόλλωνα που κατοικούσε εκεί. Πρόκειται για το φλογάτο, γλυκό σαν μέλι κι ευωδιαστό Μαρώνειο οίνο με τον οποίο ο Ομηρικός ήρωας, μέθυσε αργότερα τον Πολύφημο κι έσωσε τους συντρόφους του από τη σπηλιά του Κύκλωπα. Αυτά όμως συνέβαιναν στην εποχή των μύθων. Στη σύγχρονη εποχή, οι λιγοστοί αμπελώνες που υπήρχαν στην περιοχή, στα μέσα περίπου του περασμένου αιώνα ξεριζώθηκαν, καθώς δεν παρουσίαζαν κανένα εμπορικό ενδιαφέρον. Η αναβίωση του αμπελώνα της Μαρώνειας ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του ’90 με το στήσιμο αμπελώνων, που αμφιθεατρικά τοποθετημένοι στους ήπιους λόφους της περιοχής, έχουν στη πλάτη τους τον Ίσμαρο και πιο πίσω τη Ροδόπη για να τους προφυλάσσει από τους βοριάδες. Μπροστά τους το Αιγαίο που μαλακώνει τα χειμωνιάτικα κρύα, ενώ το καλοκαίρι φέρνει έναν τοπικό άνεμο από τη Σαμοθράκη που τα δροσίζει. Όσο για το έδαφος, το βαθύ κόκκινο χρώμα του, μαρτυρά την παρουσία της αργίλου και προετοιμάζει για την παραγωγή κρασιών με πλούτο γεύσης. Επιλέχτηκαν να καλλιεργηθούν κυρίως διεθνείς ποικιλίες. Οι λευκές: Chardonnay, Sauvignon Blanc, Malvasia, Ροδίτης και οι ερυθρές: Syrah, Merlot, Grenache Rouge, Λημνιό.
Άβδηρα
Στην αρχαιότητα εδώ βρισκόταν μια σπουδαία πόλη, η πατρίδα του Δημόκριτου που οι ανασκαφές την αποκάλυψαν σ’ όλο της το μεγαλείο. Στην περίφημη αρχαϊκή πόλη των Αβδήρων, καλλιεργούσαν επιμελώς το αμπέλι. Στο Βυζάντιο μάλιστα, θεωρούσαν την περιοχή έναν από τους κορυφαίους αμπελώνες της αυτοκρατορίας. Η σύγχρονη ιστορική διαδρομή του αμπελώνα των Αβδήρων ήταν αντίστοιχη μ’ αυτή της Μαρώνειας. Που σημαίνει: εγκατάλειψη χάριν άλλων καλλιεργειών, κυρίως του καπνού. Η δραστηριότητα ξεκίνησε και πάλι μετά από το 1997, αφότου εγκρίθηκε η ένδειξη Τοπικός Οίνος Αβδήρων για λευκά, ροζέ και ερυθρά κρασιά από Ζουμιάτικο, Ροδίτη, Παμίδι και τις γνωστές κοσμοπολίτικες ποικιλίες.
Ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά ξενοδοχεία της περιοχής του Μετσόβου, ξεκίνησε τη λειτουργία του. Σας καλωσορίζουμε στο ξενοδοχείο «Κατώγι Αβέρωφ» και σας υποσχόμαστε υπηρεσίες υψηλής ποιότητας και αισθητικής σε ένα ζεστό και ήρεμο περιβάλλον. Δίπλα ακριβώς στις εγκαταστάσεις του οινοποιείου της εταιρίας Κατώγι & Στροφιλιά και με θέα τις βουνοπλαγιές της Πίνδου, το ξενοδοχείο Κατώγι Αβέρωφ, με τη λιτή και μοναδική αισθητικά ατμόσφαιρα, προσφέρει στον επισκέπτη μια ονειρική διαμονή, συνδυασμένη με μια ολοκληρωμένη οινική εμπειρία.
Το ξενοδοχείο Κατώγι Αβέρωφ συνδυάζει μοναδικά το παραδοσιακό αρχιτεκτονικό ύφος της περιοχής με το μοντέρνο στοιχείο και πληρεί όλες τις προδιαγραφές άνεσης και ασφάλειας. Συνδυάζει τα φυσικά υλικά της περιοχής, με τις προσεγμένες εσωτερικές λεπτομέρειες των χώρων, τα έργα τέχνης που κοσμούν όλους τους χώρους, τον ιδιαίτερο φωτισμό και design, τα ξεχωριστά δωμάτια και τις υψηλού επιπέδου υπηρεσίες. Αποτελείται από 15 άνετα δωμάτια, που διακρίνονται σε λευκά και κόκκινα, όπως και τα χρώματα του κρασιού. Το κάθε δωμάτιο έχει τη δική του διαφορετική προσωπικότητα και όνομα εμπνευσμένο από το αντίστοιχο κρασί. Η απαράμιλλη φυσική ομορφιά της ευρύτερης περιοχής της Πίνδου αλλά και του Μετσόβου, το οποίο αποτελεί όλο το χρόνο ένα δημοφιλή προορισμό, ο ιστορικός και πολιτιστικός πλούτος, καθώς και η τοπική γαστρονομία, αποτελούν τους παράγοντες για μια πολλά υποσχόμενη διαμονή για χαλάρωση, ξεκούραση και μύηση στο μαγικό κόσμο του κρασιού όλο το χρόνο.
Για κρατήσεις: Τηλ: 2656042505 Fax: 2656042554 E-mail: hotel@katogihotel.gr www.katogihotel.gr
Είναι φανερό ότι ο χαρακτήρας του κρασιού εξαρτάται άμεσα από το σταφύλι από το οποίο προέρχεται, από την περιοχή όπου αυτό καλλιεργείται, από τον τρόπο που οινοποιείται και παλαιώνει. Ο νομοθέτης, θέλοντας να γνωστοποιήσει στον καταναλωτή αυτές τις ιδιαιτερότητες, δημιούργησε τις έννοιες των κατηγοριών και των τύπων των κρασιών. Διαβάζουμε λοιπόν πάνω στις ετικέτες τις ενδείξεις: Οίνος Ονομασίας Προέλευσης, Τοπικός Οίνος ή Επιτραπέζιος, οίνος ξηρός, ημίγλυκος, ή αφρώδης... Αυτές πρέπει να προσπαθήσουμε να αποκρυπτογραφήσουμε. Σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη δική μας, την εθνική, τα κρασιά διακρίνονται σε οίνους Ονομασίας Προέλευσης και Επιτραπέζιους.
Οίνοι Ονομασίας Προέλευσης «Ονομασία προέλευσης» αποτελεί το τοπωνύμιο μιας περιοχής, όταν χρησιμοποιείται ως εμπορική επωνυμία ενός προϊόντος. Σύμφωνα με τη διεθνή νομολογία, το προϊόν αυτό πρέπει να προέρχεται από την περιοχή της οποίας φέρει το όνομα και οι ποιοτικοί χαρακτήρες του πρέπει να οφείλονται σε φυσικούς και τεχνικούς παράγοντες της περιοχής αυτής. Φυσικοί παράγοντες είναι το οικοσύστημα της περιοχής παραγωγής του, ενώ τεχνικοί η τεχνολογία παραγωγής που εφαρμόζεται. Έτσι λοιπόν, ένα κρασί που έρχεται στην αγορά εμφιαλωμένο με το τοπωνύμιο μιας περιοχής, προέρχεται από αμπελουργική ζώνη νομοθετικά οριοθετημένη της οποίας το όνομα φέρει στην ετικέτα του και μέσα στα όρια της οποίας καλλιεργούνται οι ποικιλίες σταφυλιών από τις οποίες παράγεται, παράγεται από μία ή περισσότερες εκλεκτές ποικιλίες οιναμπέλου, πάντοτε τις ίδιες, οι οποίες είναι απόλυτα προσαρμοσμένες στις εδαφοκλιματικές συνθήκες της περιοχής και οι οποίες βάσει εμπειρίας έχει αποδειχθεί ότι δίνουν κρασιά υψηλής ποιότητας, οι αμπελώνες από τους οποίους προέρχονται τα σταφύλια είναι χαμηλής απόδοσης αλλά υψηλής ποιότητας, παρασκευάζεται με βάση την παραδοσιακή οινολογική τεχνική της περιοχής, προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις της σύγχρονης τεχνολογίας, ωριμάζει ή και παλιώνει κάτω από ειδικές συνθήκες που αξιοποιούν και διαμορφώνουν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους, έχει ιδιαίτερα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά και δική του προσωπικότητα που εξαρτάται από το οικοσύστημα της περιοχής (συνδυασμός τόπου παραγωγής, κλιματολογικών συνθηκών και ποικιλίας σταφυλιού). Αυτά τα κρασιά χαρακτηρίζονται από μία «τυπικότητα». Είναι αντιπροσωπευτικά των συνθηκών της περιοχής παραγωγής τους. Εμφανίζουν ατομικότητα, ιδιαίτερο χαρακτήρα και προσωπικότητα.
Τα ελληνικά κρασιά με Ονομασία Προέλευσης προέρχονται από αμπελουργικές περιοχές με υψηλό ποιοτικό δυναμικό γι' αυτό και χαρακτηρίζονται, σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ε.Ο.Κ. ως V.Q.P.R.D., από τα αρχικά των γαλλικών λέξεων Vin de Qualité Produit de Région Déterminée που σημαίνουν: Οίνος Ποιότητας Παραγόμενος σε Καθορισμένη Περιοχή. Διακρίνονται σε Οίνους Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας (Ο.Π.Α.Π.) και Οίνους Ονομασίας Προέλευσης Ελεγχόμενης (Ο.Π.Ε.). Στην Ελλάδα παράγονται 27 κρασιά Ονομασίας Προέλευσης εκ των οποίων τα 19 είναι Ο.Π.Α.Π. και τα υπόλοιπα Ο.Π.Ε.
Επιτραπέζιοι Οίνοι
Όσο για τους Επιτραπέζιους οίνους, αυτοί χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: στους Τοπικούς Οίνους, τα κρασιά με Ονομασία Κατά Παράδοση και τα κρασιά Μάρκας. Η κατηγορία των Τοπικών Οίνων αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στους Επιτραπέζιους οίνους και τους Ονομασίας Προέλευσης. Πρόκειται για κρασιά που φέρουν ένδειξη Γεωγραφικής Καταγωγής επιπέδου επαρχίας, νομού ή διαμερίσματος. Σύμφωνα με την Κοινοτική και την Εθνική μας Νομοθεσία, οι Τοπικοί Οίνοι ανταποκρίνονται σε ορισμένους όρους παραγωγής οι οποίοι αφορούν στις ποικιλίες οιναμπέλου από τις οποίες παράγονται, τις μεθόδους οινοποίησης των σταφυλιών, τον ελάχιστο αλκοολικό τίτλο και τους οργανοληπτικούς χαρακτήρες τους. Στην ετικέτα τους διαβάζουμε τη Γεωγραφική Ένδειξη της Καταγωγής τους π.χ. Κρητικός Τοπικός Οίνος, Μακεδονικός Τοπικός Οίνος κ.λπ.
Τα κρασιά με Ονομασία Κατά Παράδοση παράγονται σύμφωνα με παραδοσιακές μεθόδους μιας συγκεκριμένης περιοχής ή χώρας. Είναι κρασιά των οποίων το όνομα χρησιμοποιείται αποκλειστικά και παραδοσιακά για τον χαρακτηρισμό προϊόντων που παράγονται σε μία και μόνο χώρα ή περιοχή της χώρας. Παράδειγμα κρασιού Ονομασίας Κατά Παράδοση αποτελεί η Ρετσίνα, το γνωστό εύγευστο ελληνικό κρασί που η προέλευση του βρίσκεται ανατρέχοντας στην Αρχαιότητα. Σήμερα η ονομασία "ΡΕΤΣΙΝΑ" χρησιμοποιείται αποκλειστικά στα λευκά ξηρά ελληνικά κρασιά που παράγονται με την πατροπαράδοτη μέθοδο της προσθήκης ρετσινιού πεύκου στο γλεύκος. Σ' αυτή την κατηγορία υπάγεται επίσης και η Βερντέα, ένα λευκό γλυκό κρασί που παράγεται στη Ζάκυνθο. Όλα τα υπόλοιπα κρασιά που κυκλοφορούν εμφιαλωμένα ανήκουν στη κατηγορία των απλών Επιτραπέζιων κρασιών. Εννοούμε τα Κρασιά Μάρκας, τα κρασιά δηλαδή που κυκλοφορούν στην αγορά με ποικίλες εμπορικές ονομασίες. Στην παραγωγή τους, μεγάλο ρόλο παίζουν η τεχνολογία, ο αυστηρός ποιοτικός έλεγχος και η τέχνη του οινοποιού να διαμορφώνει και να αναπαραγάγει ένα κρασί το οποίο διατηρεί τους ίδιους πάντα χαρακτήρες, σύμφωνα με τις προτιμήσεις των καταναλωτών.
Κρασιά Παλαίωσης
Ο χαρακτήρας ορισμένων κρασιών βελτιώνεται σημαντικά με την παλαίωσή τους, όσο αυτά ωριμάζουν μέσα σε βαρέλια ή όσο παραμένουν αποθηκευμένα στις φιάλες τους. Γι' αυτά τα κρασιά παλαίωσης ο νομοθέτης έχει θεσπίσει ειδικές ενδείξεις που είναι ανάλογες με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, καθώς και με το χρόνο και τον τρόπο παλαίωσής τους.
Για τα κρασιά Ονομασίας Προέλευσης έχουν νομοθετηθεί οι ενδείξεις Reserve και Grande Reserve. Η ένδειξη Reserve αναφέρεται σε παλαίωση 1 χρόνου συνολικά για τα λευκά κρασιά και 2 για τα ερυθρά. Αντίστοιχα τα κρασιά που φέρουν την ένδειξη Grande Reserve, αυτά έχουν παλιώσει: τα μεν λευκά 2 χρόνια (εκ των οποίων 1 χρόνο σε βαρέλια και 6 μήνες σε φιάλες), τα δε ερυθρά 4 (εκ των οποίων 18 μήνες σε βαρέλια και άλλους 18 σε φιάλες).
Για τα επιτραπέζια κρασιά έχει εισαχθεί η ένδειξη Κάβα που αναφέρεται σε χρόνο παλαίωσης 2 χρόνων για τα λευκά κρασιά (εκ των οποίων 6 μήνες σε βαρέλι και 6 σε φιάλες) και 3 για τα ερυθρά (εκ των οποίων 1 χρόνο σε βαρέλια και 2 σε φιάλες). Ειδικές ενδείξεις Μόνο για τα κρασιά Ονομασίας Προέλευσης και τους Τοπικούς Οίνους μπορούν να χρησιμοποιούνται οι όροι με ενδείξεις Αμπελώνας, Κτήμα, Πύργος, Μοναστήρι, Βίλα, Αρχοντικό εφ' όσον το κρασί παράγεται από σταφύλια αμπελώνα που ανήκουν στην εν λόγω αμπελουργική εκμετάλλευση και η οινοποίηση πραγματοποιήθηκε μέσα στην εκμετάλλευση αυτή.
Το κρασί βρήκε στο γυαλί έναν πιστό οπαδό. Η γυάλινη φιάλη το ντύνει, σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα και ο διάφανος, κρυστάλλινος κόσμος των ποτηριών είναι ο καθρέφτης της ομορφιάς του.
Γυαλί, ένα αιώνιο υλικό
Το γυαλί, φυσικό και τεχνητό, έχει προσφέρει πολλές και σπουδαίες υπηρεσίες στην ανθρωπότητα. Το έχουμε πλάσει σε κάτοπτρα τηλεσκοπίων, σε ηλεκτρικούς λαμπτήρες, σε ποτήρια και σε βάζα, σε φιάλες, ακόμα και σε βώλους για να παίζουν τα παιδιά. Σαν φακός διορθώνει την όρασή μας και σαν καθρέπτης τη... ματαιοδοξία μας. Πότε όμως και πως ανακαλύφθηκε το γυαλί;
Η μεγάλη ανακάλυψη
Ο Ρωμαίος ιστορικός, Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, έγραψε ότι το γυαλί το ανακάλυψαν οι Φοίνικες ναυτικοί που είχαν ανάψει τη φωτιά τους σε μια αμμουδερή παραλία. Μη βρίσκοντας πέτρες για να στηρίξουν τα καζάνια τους, χρησιμοποίησαν μεγάλα κομμάτια νατρίου (ένυδρου ανθρακικού νατρίου) που τα μετέφεραν ως εμπόρευμα. Όταν το νάτριο ζεστάθηκε κι αναμίχθηκε με άμμο, σχηματίστηκε ένα παράξενο παχύρρευστο υγρό, «κι έτσι ξεκίνησε το γυαλί», έγραψε ο Πλίνιος.
Ωστόσο, η αρχαιολογική έρευνα τοποθέτησε την εφεύρεση του γυαλιού στην τρίτη χιλιετία π.Χ. και μάλλον στην περιοχή του σημερινού Ιράκ και της Συρίας. Μια συνταγή που βρέθηκε σε σφηνοειδή γραφή της αρχαίας Μεσοποταμίας συμβουλεύει: «Αναμείξτε 60 μέρη άμμο, 180 μέρη στάχτες από θαλασσινά φυτά και 5 μέρη κιμωλία, βάλτε τα στο καμίνι, και θα πάρετε γυαλί». Τα πράγματα είναι περίπου έτσι, αν και όχι τόσο απλά. Το φυσητό γυαλί και τα... άλλα. Το γυαλί εξελίχθηκε ως υλικό συντήρησης, μεταφοράς αλλά και διακόσμησης. Και η μεγάλη επανάσταση στην παραγωγή του, η οποία σηματοδότησε και τη ριζική αλλαγή στη συσκευασία, προέκυψε με την ανακάλυψη της τεχνικής του φυσητού γυαλιού. Ο τεχνίτης φυσούσε τη ρευστή γυάλινη μάζα μέσω ενός σωλήνα σε πήλινα καλούπια και έτσι της έδινε μορφή. Τα πρώτα εργαστήρια γυαλιού εγκαταστάθηκαν στη Γαλατία, στα μέσα του 1ου μετά Χριστόν αιώνα και συνέχισαν να δουλεύουν με αυτόν τον τρόπο μέχρι τον 17ο, δηλαδή μέχρι τη βιομηχανική περίοδο, όταν και συνέβη η επόμενη επανάσταση στον χώρο του γυαλιού και της συσκευασίας.
Η τεχνική τροποποιήθηκε και έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα εργοστάσια παραγωγής φιαλών από χοντρό γυαλί. Και πολύ αργότερα, στις αρχές του αιώνα που σε λίγο θα αποχαιρετήσουμε, ο Αμερικανός Owens κατασκεύασε την πρώτη αυτόματη μηχανή (1905). Σήμερα, η υψηλή τεχνολογία μας δίνει τη δυνατότητα να παράγουμε μεγάλο αριθμό φιαλών σταθερών διαστάσεων, ομοιόμορφων και με τα επιθυμητά χαρακτηριστικά αντοχής. Το τέλος της χιλιετίας μας σηματοδοτείται από την ανάγκη του ανθρώπου για επιστροφή στη φύση, από την απαίτηση παραγωγής και χρήσης οικολογικών προϊόντων.Και το γυαλί είναι ένα υλικό που ικανοποιεί απόλυτα αυτή την απαίτηση. Είναι μια εφεύρεση ηλικίας τεσσάρων χιλιάδων ετών που, ωστόσο, εξακολουθεί να μας θαμπώνει με τη λάμψη της και να μας ξαφνιάζει με τις αμέτρητες εφαρμογές της. Γι’ αυτό και παραμένει αναντικατάστατη.
Η φιάλη του κρασιού
Η γυάλινη φιάλη είναι η επικρατέστερη συσκευασία του κρασιού. Κυρίως διότι του προσφέρει την απαραίτητη αδράνεια που του επιτρέπει να εξελίσσεται ομαλά στα σκοτάδια των κελαριών. Αρχικά όμως, σ’ εκείνες τις μακρινές εποχές που το γυαλί ήταν σπάνιο και δυσεύρετο αγαθό, τη φιάλη την χρησιμοποιούσαν μόνο για το σερβίρισμα του κρασιού. Ήταν βλέπετε πολύ ευαίσθητη για ν’ αντέξει στο υπόγειο κελάρι! Και μόνο όταν η τεχνολογία μας πρόσφερε ανθεκτικές φιάλες σε άφθονες ποσότητες, τις σφραγίσαμε με φελλό και τους δείξαμε άφοβα τον δρόμο για την αποθήκη. Μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα το σχήμα των φιαλών παραπέμπει άμεσα στην... κολοκύθα, που προκύπτει φυσικά από το φύσημα του γυαλιού.Έχουν επίπεδη βάση, οπότε στέκονται όρθιες. Βαθμιαία ωστόσο αρχίζουν να παίρνουν το κυλινδρικό σχήμα που γνωρίζουμε, για να μπορούν να στοιβάζονται πλαγιαστά στην κάβα και να πιάνουν λιγότερο χώρο. Σήμερα οι φιάλες του κρασιού παράγονται σε διάφορους διεθνώς αναγνωρισμένους τύπους, όπως είναι οι: Bordeaux, Βουργουνδίας, Flute, Mosel κ.ά. Η πιο γνωστή και διεθνώς παραδεδεγμένη περιεκτικότητα φιαλών είναι αυτή των 750 κυβικών εκατοστών (ml). Υπάρχουν και μικρότερες, των 375 και 500 ml, που κερδίζουν συνεχώς έδαφος και οπαδούς. Υπάρχει και η εξωτική Magnum του 1,5 λίτρου, η Jeroboam των 3 λίτρων, η Balthazar για τη σαμπάνια. Οι καταπληκτικές ιδιότητες του γυαλιού που το καθιστούν αναντικατάστατο.
Το γυαλί:
Η ετικέτα δεν είναι απλώς ένα κομμάτι χαρτί κολλημένο στη φιάλη του κρασιού. Είναι ένα όχημα που μεταφέρει γνώση. Είναι η έκφραση του κατά Shakespeare «αόρατου πνεύματος του οίνου». Μας αποδεικνύει πως η ταυτότητα και το ντύσιμο των κρασιών αποτελούν αξίες προστιθέμενες. Φιάλη, πώμα, καψύλλιο, ετικέτα: η φορεσιά του κρασιού που το υποστηρίζει και το εκπροσωπεί στα μάτια μας. Σαφώς, όλα τα κομμάτια αυτής της ενδυμασίας έχουν εξελιχθεί μέσα στον χρόνο, ακολουθώντας τις προσταγές των αισθητικών τάσεων των εποχών. Αναμφίβολα όμως αυτή που έχει τραβήξει τα περισσότερα φώτα επάνω της είναι η ετικέτα. Απλή, σοβαρή, κλασική ή με φιοριτούρες, στολισμένη με χρώματα, φρου-φρου, αρώματα και παιχνιδίσματα, όπως και να μας παρουσιάζεται, ο βασικός σκοπός της είναι ένας: η πληροφόρησή μας. Να τη διαβάσουμε για να μάθουμε ποια είναι η προέλευσή του κρασιού που προσωποποιεί, το σταφύλι από το οποίο φτιάχτηκε, ποια είναι η ηλικία του, πως ονομάζεται και που κατοικεί ο δημιουργός του, αυτός που το παρασκεύασε και το βάφτισε.
Σήμερα όμως, μπροστά στα ράφια μιας κάβας με εκατοντάδες φιάλες, αντιλαμβανόμαστε πως η αξιοκρατία των προθέσεων έχει αντιστραφεί. Η ετικέτα αναλαμβάνει πλέον και τον δύσκολο ρόλο του να «μας τραβήξει το μάτι», να μας κινήσει το πρωταρχικό ενδιαφέρον που στη συνέχεια θα ολοκληρωθεί με τις σωστές και επαρκείς πληροφορίες.
Μια ιστορική αναδρομή
Η ιδέα της πληροφόρησης του καταναλωτή μέσα από την ετικέτα δεν είναι καινούργια. Αν ανατρέξουμε πίσω στον χρόνο, θα βρούμε τους προδρόμους της στο πολύ μακρινό παρελθόν. Κρασί φτιαχνόταν από την εποχή των Φαραώ στην Αίγυπτο, όμως προοριζόταν μόνο για τους ουρανίσκους της βασιλικής δυναστείας. Εμείς ανακαλύψαμε δοχεία κρασιού στους τάφους των Φαραώ, που φέρουν την ένδειξη της εσοδείας αλλά και του υπεύθυνου της οινοποίησής τους. Κάποτε όμως σταμάτησε αυτό το αριστοκρατικό μονοπώλιο και το κρασί απευθύνθηκε και στο... popolo. Από εκείνη την εποχή βρήκαμε γραφές τυπωμένες στο σφράγισμα ή στον λαιμό των ελληνικών αμφορέων οι οποίες εξηγούν την προέλευση του κρασιού. Γεγονός που συνεχίζεται και στα εδάφη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας όταν και διανθίζεται με περισσότερες λεπτομέρειες για το χρώμα του κρασιού, το όνομα του οινοποιού και του εμπόρου. Κάπως έτσι ξεκίνησε την καριέρα της η σημερινή ετικέτα του κρασιού. Μάθετε να διαβάζετε την ετικέτα του κρασιού. Άλλωστε γι’ αυτό το λόγο υπάρχει! Για να σας δώσει τις περισσότερες δυνατές (και σωστές) πληροφορίες σχετικά με το κρασί που προστατεύει η φιάλη. Να σας γνωρίζει τον τύπο του, πιθανά την προέλευση, τον εμφιαλωτή, τα αναμενόμενα γευστικά χαρακτηριστικά του κ.ά. Να σας διευκολύνει με άλλα λόγια στην αναγνώριση και την εκτίμηση της ποιότητάς του. Όλα αυτά τα στοιχεία θα τα αναζητήσετε και θα τα βρείτε με τη μορφή ενδείξεων που η χρήση τους ρυθμίζεται από κοινοτικούς κανονισμούς, εθνικούς νόμους ή υπουργικές αποφάσεις. Η «αποκωδικοποίησή» τους είναι εύκολη, αρκεί φυσικά να θυμάστε δύο - τρία πράγματα. Καθώς λοιπόν διαβάζετε την ετικέτα του κρασιού που φλερτάρει την κάβα σας, ψάξτε αρχικά τις ενδείξεις που ονομάζουμε «υποχρεωτικές», αυτές δηλαδή που πρέπει να βρίσκονται στην ετικέτα κάθε κρασιού. Είναι:
Επιπλέον ο κάθε παραγωγός μπορεί (αν βεβαίως το θέλει) να μας δώσει και άλλες πληροφορίες για το κρασί του, μέσω των «προαιρετικών» ενδείξεων. Μπορεί να γράψει για τον τύπο του κρασιού. Για το χρώμα του (αν είναι λευκό, ροζέ ή ερυθρό), για τη γλυκύτητά του (που το κατατάσσει σε ξηρό, ημίξηρο, ημίγλυκο ή γλυκό), για το αν περιέχει διαλυμένο διοξείδιο του άνθρακα (οπότε ονομάζεται αφρώδες ή ημιαφρώδες). Ακόμη για τη θερμοκρασία στην οποία πρέπει να το σερβίρουμε και για τα εδέσματα τα οποία ψάχνει για συντρόφους. Πληροφορίες δηλαδή που συμβάλλουν στην τέλεια απόλαυσή του. Ειδικά στα Κρασιά Ονομασίας Προέλευσης και τους Τοπικούς Οίνους που με... καμάρι μας κοινοποιούν, μέσω της ετικέτας τους, την καταγωγή τους. Μπορεί να βρούμε πληροφορίες για τον τόπο παραγωγής του κρασιού, τα σταφύλια από τα οποία φτιάχτηκε, την οινοποίηση και την πιθανή παλαίωσή του, όλα τους στοιχεία που διαμορφώνουν τον χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία του. Μπορεί ακόμη να διαβάσουμε τη σοδειά, τη χρονιά δηλαδή συγκομιδής των σταφυλιών. Αυτό είναι ένα πολύτιμο νούμερο διότι αφ΄ ενός μας προφυλάσσει από την αγορά «γερασμένων» κρασιών, αφ’ ετέρου μας προϊδεάζει για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης φιάλης, εφόσον φυσικά γνωρίζουμε τις διακυμάνσεις των διαφόρων σοδειών.
Το κρασί είναι ένα «ζωντανό» προϊόν και τα κρασιά παλαίωσης από τα ελάχιστα προϊόντα που βελτιώνονται με την πάροδο του χρόνου. Οι αντιδράσεις που πραγματοποιούνται μέσα στη φιάλη δεν είναι ακόμη απόλυτα γνωστές. Γνωρίζουμε όμως με βεβαιότητα ότι πραγματοποιούνται αφ' ενός φυσικοχημικές αντιδράσεις, οι οποίες οφείλονται στις ιδιότητες των ποικίλων συστατικών του κρασιού, αφ 'ετέρου οξειδοαναγωγικές αντιδράσεις.
Σε όλα αυτά τα φαινόμενα οφείλονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις που παρατηρούμε στα κρασιά, κατά την παλαίωσή τους στη φιάλη:
― Τροποποίηση του χρώματος, στα λευκά κρασιά οι πράσινες ανταύγειες αντικαθίστανται σταδιακά από χρυσαφιές. Όσο για τα ερυθρά, η βαθύχρωμη φορεσιά τους με τη βιολετιά απόχρωση μετατρέπεται, με την πάροδο του χρόνου, σε πορτοκαλοκόκκινη και τελικά αποχρωματίζεται.
― Τροποποίηση των αρωμάτων, αφού στη νεότητά του το κρασί εμφανίζεται με αρώματα ποικιλιακά, τα οποία προέρχονται από το σταφύλι και θυμίζουν το φρούτο, καθώς και αρώματα ζυμώσεως με χαρακτήρα φρέσκων φρούτων, λουλουδιών, μπαχαρικών και άλλων φυτικών αρωμάτων. Μετά από μερικά χρόνια παλαίωσης παραχωρούν τη θέση τους σε αρώματα με νότες ζωικές και καπνού, που με την πάροδο του χρόνου εμφανίζονται περισσότερες και πιο έντονες. Αυτό δηλαδή που ονομάζουμε μπουκέτο του κρασιού, του οποίου η πολυπλοκότητα είναι συνώνυμο της ποιότητάς του.
― Τροποποίηση της γευστικής ισορροπίας, με τα κρασιά να χάνουν τον επιθετικό χαρακτήρα τους (οξύτητα) και τη στυφή γεύση τους (τανίνες) και να γίνονται φίνα και μαλακά. Καθώς μειώνεται η όξινη γεύση, εμφανίζονται εντονότερες οι γεύσεις του γλυκού και της αλκοόλης και δημιουργείται τελικά μια τέλεια αρμονία.

Νίκης 34,
10557 Αθήνα
Τηλ: 210 3226053
seo@wine.org.gr
info@greekwinefederation.gr
Σχεδιασμός & Περιεχόμενο: Vinetum
Διαδικτυακή ανάπτυξη: DataQube